άστρινος

άστρινος
η , ο
1) см. αστερήσιος; 2) см. αστροειδής

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "άστρινος" в других словарях:

  • άστρινος — η, ο αυτός που μοιάζει με άστρο …   Dictionary of Greek

  • Liste des prénoms grecs — Sommaire 1 Origine des prénoms grecs 2 Attribution des prénoms 3 Fêtes 4 Transcription et translittération …   Wikipédia en Français

  • άστρο — και άστρι και αστρί, το (AM ἄστρον) 1. το αστέρι 2. ο έξοχος, ο υπέροχος («αυτός είναι άστρο», «Ἀκροκόρινθον Ἑλλάδος ἄστρον») νεοελλ. 1. ο αστερισμός, το ζώδιο κάθε ανθρώπου («γεννήθηκε σε καλό άστρο») 2. α) «άστρο της ημέρας» ο ήλιος β) «άστρο… …   Dictionary of Greek

  • Χατζάκης — Επώνυμο αγωνιστών από την Κρήτη. 1. Αστρινός. Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από την Κρήτη. Πολέμησε κυρίως στην Πελοπόννησο και διακρίθηκε για την ανδρεία του σε πολλές μάχες. Έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γέργερης. 2. Εμμανουήλ. Πήρε μέρος ως… …   Dictionary of Greek

  • Χατζηδάκης — I Επώνυμο ελληνικής καταγωγής κρυπτοχριστιανικής οθωμανικής οικογένειας, από τον Μυλοπόταμο της Κρήτης. Σπουδαιότερα μέλη της ήταν: 1. Γεώργιος. Γιος του Μου Χατζή Χασάν Ογλού (3). Γεννήθηκε το 1860 στον Άγιο Ιωάννη. Διετέλεσε βουλευτής της… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»